Κάνναβη & Νέοι: Περίπτωση ή Σύμπτωμα;
Της Ράνια Γεωργιάδου Αντιπροσώπου Ε.ΑΣ.Υ.Α. Αστυνομικού, Κλινικής Ψυχολόγου (BSc, MSc)
(Απόσπασμα από την εφημερίδα της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Αθηνών «Σύγχρονη Αστυνομία»)
Κάνναβη & Νέοι: Περίπτωση ή Σύμπτωμα;
Η κάνναβη στους νέους δεν είναι πάντα το πρόβλημα — συχνά είναι το σύμπτωμα μιας βαθύτερης κοινωνικής και ψυχικής απορρύθμισης που επιλέγουμε να αγνοούμε.
Καθώς η κοινωνία καλείται να αντιμετωπίσει ολοένα πιο σύνθετα φαινόμενα νεανικής παραβατικότητας, η χρήση κάνναβης από νέους δεν μπορεί να ιδωθεί έξω από το κοινωνικό, ψυχικό και οικογενειακό πλαίσιο που τη γεννά.
Τις τελευταίες ημέρες η ελληνική κοινωνία έζησε για ακόμη μία φορά ένα περιστατικό που δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς «άλλο ένα συμβάν»: ένας 16χρονος στις Σέρρες κατηγορείται ότι δολοφόνησε έναν 17χρονο κατά τη διάρκεια λογομαχίας — μια τραγωδία που αναδεικνύει ρωγμές πολύ πριν από το τελικό αποτέλεσμα. Πριν από αυτό το γεγονός, υπήρχαν τρεις επίσημες αναφορές στην οικογένεια του 16χρονου μέσα σε τρία χρόνια, δείχνοντας επαναλαμβανόμενη δυσλειτουργία και προειδοποιητικά σημάδια που δεν αξιοποιήθηκαν.
Η κάνναβη — το πιο διαδεδομένο παράνομο ναρκωτικό μεταξύ των εφήβων παγκοσμίως — παρουσιάζεται συχνά ως «ήπια» επιλογή. Στην πράξη, όμως, η χρήση μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα προς αποσταθεροποίηση, δευτερεύουσες συμπεριφορές και, σε ορισμένα περιβάλλοντα, προς παραβατικότητα. Δεν μιλάμε για αυτόματο αιτιώδες αποτέλεσμα, αλλά για μια σχέση που οφείλουμε να εξετάσουμε νηφάλια και σοβαρά.
Όταν μιλάμε για κάνναβη και νεολαία, δεν αρκεί να επικεντρωνόμαστε στο φαινόμενο «παραβατικότητα» ως μια αποκομμένη έκφανση. Πρέπει να αναρωτηθούμε:
• Τι συμβαίνει στην ψυχοκοινωνική ζωή αυτών των νέων;
• Πώς συνυπάρχουν η χρήση ουσιών με το τραύμα, το κενό και την αποσύνδεση;
• Και γιατί επιμένουμε σε πολωμένες συζητήσεις, αποφεύγοντας να δούμε το πλαίσιο που γεννά τη χρήση;
Το παρόν άρθρο δεν θα κινηθεί στην εύκολη καταδίκη. Θα προσπαθήσει να απαντήσει στο πιο κρίσιμο ερώτημα:
Τι σημαίνει για την κοινωνία και την κοινότητά μας όταν η χρήση κάνναβης και η παραβατικότητα των νέων παύουν να είναι μεμονωμένα περιστατικά και γίνονται σύμπτωμα μιας βαθύτερης κρίσης;
Κάνναβη και εγκέφαλος: τι λέει η επιστήμη
Η κάνναβη δεν δρα σε έναν «ουδέτερο» εγκέφαλο. Στην εφηβεία και στη νεαρή ενήλικη ζωή, ο εγκέφαλος βρίσκεται ακόμη σε ενεργή αναδιοργάνωση, ενώ ο προμετωπιαίος φλοιός — η περιοχή της κρίσης και του αυτοελέγχου — ωριμάζει έως περίπου τα 25 έτη. Αυτό σημαίνει ότι το νευροβιολογικό «φρένο» που βοηθά έναν νέο να σταθμίζει ρίσκα και συνέπειες δεν έχει ολοκληρωθεί.
Η THC, η βασική ψυχοδραστική ουσία της κάνναβης, παρεμβαίνει σε αυτό το αναπτυσσόμενο σύστημα μέσω του ενδοκανναβινοειδούς δικτύου, που σχετίζεται με διάθεση, μνήμη, προσοχή και απόκριση στο στρες. Όταν η απορρύθμιση επαναλαμβάνεται — ειδικά σε νεαρή ηλικία — ο εγκέφαλος «εκπαιδεύεται» να λειτουργεί υπό χημική επίδραση.
Η επιστήμη είναι σαφής σε ορισμένα κρίσιμα σημεία:
• Η πρώιμη και συστηματική χρήση συνδέεται με δυσκολίες σε μνήμη, προσοχή και εκτελεστικές λειτουργίες.
• Αυξάνει τον κίνδυνο άγχους, κατάθλιψης και ψυχωτικών συμπτωμάτων, ιδιαίτερα σε άτομα με ευαλωτότητα.
• Στους εφήβους, μπορεί να επηρεάσει τη φυσιολογική ωρίμανση του εγκεφάλου, αφήνοντας πιο σταθερά αποτυπώματα από ό,τι στην ενήλικη ζωή.
Επιπλέον, η κάνναβη σήμερα δεν είναι η κάνναβη του παρελθόντος: οι σύγχρονες ποικιλίες έχουν σαφώς υψηλότερη περιεκτικότητα σε THC, αυξάνοντας τις απορρυθμιστικές επιδράσεις και το ρίσκο για έναν έφηβο που συχνά δεν γνωρίζει τις συνέπειες.
Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε νέος που κάνει χρήση θα αναπτύξει ψυχοπαθολογία ή θα εμπλακεί σε παραβατικότητα. Τα δεδομένα δείχνουν κάτι πιο σύνθετο: η κάνναβη σπάνια «δημιουργεί» από το μηδέν δυσλειτουργία, αλλά μπορεί να ενεργοποιήσει ή να επιδεινώσει προϋπάρχουσες ευαλωτότητες.
Για έναν νέο που ήδη βιώνει θυμό, ματαίωση, τραύμα ή έλλειψη σταθερών δεσμών, η κάνναβη λειτουργεί συχνά ως χημικό υποκατάστατο ρύθμισης: μουδιάζει το άγχος και τον εσωτερικό θόρυβο, αλλά αποδυναμώνει σταδιακά τη φυσική ικανότητα αυτορρύθμισης.
Και εδώ βρίσκεται η κρίσιμη σύνδεση με την παραβατικότητα: όταν μειώνεται ο αυτοέλεγχος, θολώνει η κρίση και ενισχύεται η παρορμητικότητα, οι συμπεριφορές γίνονται πιο απρόβλεπτες. Όχι επειδή η ουσία «δημιουργεί εγκληματίες», αλλά επειδή αφαιρεί ψυχικά φρένα από ήδη ευάλωτα άτομα.
Το κοινωνικό περιβάλλον: όταν η ουσία συναντά θυμό, κενό και απουσία ορίων
Η κάνναβη από μόνη της δεν εξηγεί τη νεανική παραβατικότητα. Αν το έκανε, θα μιλούσαμε απλώς για ένα ζήτημα ουσίας. Η πραγματικότητα όμως είναι πιο σύνθετη: η χρήση συναντά ένα ήδη φορτισμένο κοινωνικό και ψυχικό έδαφος.
Οι σημερινοί έφηβοι μεγαλώνουν συχνά μέσα σε συνθήκες αστάθειας — οικογένειες κουρασμένες ή αποδιοργανωμένες, σχολεία που δυσκολεύονται να λειτουργήσουν ως πλαίσιο ασφάλειας και νοήματος, μια κοινωνία που ζητά επιδόσεις χωρίς αντίστοιχη στήριξη. Πολλά παιδιά μαθαίνουν να «αντέχουν», όχι να αναγνωρίζουν και να επεξεργάζονται αυτό που νιώθουν.
Ο θυμός δεν εμφανίζεται τυχαία. Συχνά είναι το μόνο συναίσθημα που επιτρέπεται να εκφραστεί. Κάτω από αυτόν κρύβονται ματαίωση, ντροπή, αίσθηση εγκατάλειψης και δυσκολία του ανήκειν. Όταν αυτά τα βιώματα δεν βρίσκουν λέξεις, σχέσεις ή όρια, μετατρέπονται σε συμπεριφορά.
Σε αυτό το πλαίσιο, η κάνναβη δεν λειτουργεί απλώς ως «απόδραση», αλλά ως ψυχικός και κοινωνικός ρυθμιστής: μειώνει προσωρινά την ένταση, αμβλύνει τον εσωτερικό πόνο, προσφέρει αίσθηση ένταξης και μια στοιχειώδη ταυτότητα — «ανήκω κάπου, έστω έτσι». Το κόστος όμως είναι υψηλό. Ο νέος δεν αναπτύσσει εσωτερικούς μηχανισμούς αυτορρύθμισης, δεν μαθαίνει να διαχειρίζεται τον θυμό ή τη ματαίωση.
Έτσι, σε στιγμές σύγκρουσης ή απόρριψης, η αντίδραση γίνεται ωμή και παρορμητική, συχνά βίαιη. Η παραβατικότητα, σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι πάντα συνειδητή επιλογή· είναι πολλές φορές κραυγή ύπαρξης. Όταν δεν σε βλέπουν, φροντίζεις να σε φοβούνται. Όταν δεν υπάρχουν σταθεροί ενήλικες που να αντέχουν τα δύσκολα συναισθήματα, η ομάδα των συνομηλίκων — και συχνά η παραβατική ομάδα — γίνεται το μοναδικό σημείο αναφοράς.
Παραβατικότητα ανηλίκων: τι λένε τα περιστατικά που «δεν είναι μεμονωμένα»
Κάθε φορά που ένα σοβαρό περιστατικό νεανικής βίας βλέπει το φως της δημοσιότητας, η δημόσια συζήτηση ακολουθεί σχεδόν πάντα την ίδια διαδρομή: σοκ, αγανάκτηση, αναζήτηση ατομικής ευθύνης και, στο τέλος, η φράση που κλείνει κάθε δύσκολη κουβέντα — «ήταν μεμονωμένο περιστατικό». Όταν όμως τα «μεμονωμένα» επαναλαμβάνονται, παύουν να είναι εξαίρεση και γίνονται μοτίβο.
Τα τελευταία χρόνια, η παραβατικότητα ανηλίκων δεν περιορίζεται σε ήπιες αντικοινωνικές συμπεριφορές. Βλέπουμε όλο και συχνότερα σοβαρή βία, ομαδικές επιθέσεις, χρήση όπλων και ακραία επιθετικότητα, συχνά με ασήμαντη αφορμή. Αυτό υποδηλώνει ότι κάτι βαθύτερο έχει διαρραγεί στη διαδικασία κοινωνικοποίησης των νέων.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο το «τι έγινε», αλλά το τι προηγήθηκε. Σε πολλές περιπτώσεις, πίσω από το περιστατικό αποκαλύπτεται μια αλυσίδα προειδοποιητικών σημάτων: σχολικές δυσκολίες, οικογενειακή αστάθεια, προηγούμενες επαφές με τις αρχές, χρήση ουσιών και απουσία ουσιαστικής παρέμβασης. Το σύστημα συχνά γνώριζε — αυτό που έλειπε ήταν η συνέχεια, ο συντονισμός και η φροντίδα.
Η παραβατική συμπεριφορά δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Χτίζεται σταδιακά, μέσα από δοκιμή ορίων, ανάγκη επιβεβαίωσης και αδυναμία διαχείρισης της ματαίωσης. Όταν αυτά δεν συναντούν σταθερά και επαρκή όρια από ενήλικες, η βία μετατρέπεται σε τρόπο επικοινωνίας και η παρανομία σε ταυτότητα.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι η βία συχνά κανονικοποιείται μέσα στις ομάδες. Η επίδειξη δύναμης και η πρόκληση φόβου αποκτούν αξία και κύρος. Και όταν η κοινωνία απαντά μόνο εκ των υστέρων — με ποινές ή στιγματισμό — το μήνυμα που τελικά περνά είναι ότι το παιδί ταυτίζεται με τον ρόλο του.
Η παραβατικότητα ανηλίκων δεν είναι απλώς ζήτημα αστυνόμευσης. Είναι δείκτης κοινωνικής αποτυχίας. Και κάθε φορά που τη βλέπουμε μόνο ως ποινικό γεγονός, χάνουμε την ευκαιρία να τη διαβάσουμε ως αυτό που πραγματικά είναι: ένα σύμπτωμα που φωνάζει ότι κάτι δεν πήγε καλά πολύ νωρίτερα.
Τι δεν λειτουργεί: καταστολή, στιγματισμός και η ψευδαίσθηση της «λύσης»
Όταν η νεανική παραβατικότητα κορυφώνεται και τα περιστατικά γίνονται ακραία, η κοινωνική και πολιτική απάντηση είναι συχνά αντανακλαστική: περισσότερη καταστολή, αυστηρότερες ποινές, μηδενική ανοχή. Η ανάγκη για ασφάλεια είναι κατανοητή. Το πρόβλημα είναι ότι η καταστολή παρουσιάζεται ως λύση, ενώ στην πράξη λειτουργεί μόνο ως καθυστερημένη αντίδραση.
Η τιμωρία, από μόνη της, δεν διορθώνει αυτό που δεν πρόλαβε να διαμορφωθεί. Δεν δημιουργεί εσωτερικά όρια, δεν καλλιεργεί ενσυναίσθηση, δεν διδάσκει αυτορρύθμιση ούτε επουλώνει τραύματα. Όταν εφαρμόζεται χωρίς κατανόηση του πλαισίου και χωρίς παράλληλη φροντίδα, συχνά παγιώνει την παραβατική ταυτότητα.
Ο στιγματισμός αποτελεί το δεύτερο μεγάλο αδιέξοδο. Όταν ένας ανήλικος «ταμπελοποιείται» ως επικίνδυνος ή χαμένη υπόθεση, του αφαιρείται κάθε εναλλακτική αφήγηση για τον εαυτό του. Αν το μόνο που βλέπεις στον καθρέφτη είναι ο ρόλος του παραβάτη, αργά ή γρήγορα θα τον ενσαρκώσεις. Η κοινωνία ζητά αλλαγή, αλλά δεν αφήνει χώρο για μετακίνηση.
Η καταστολή χωρίς πρόληψη μοιάζει με το να σβήνεις φωτιές χωρίς να εξετάζεις γιατί ξεσπούν. Επενδύουμε στο τέλος της διαδρομής — στο περιπολικό, στο δικαστήριο, στο σωφρονιστικό πλαίσιο — και ελάχιστα στην αρχή: στο σχολείο, στην οικογένεια, στην ψυχική υγεία, στην έγκαιρη παρέμβαση. Έτσι, το πρόβλημα αναπαράγεται αντί να περιορίζεται.
Ακόμη πιο επικίνδυνη είναι η αδράνεια που ακολουθεί τον πανικό. Μετά από κάθε σοβαρό περιστατικό, ακούγονται δηλώσεις και εξαγγελίες, χωρίς όμως σταθερές δομές, επαγγελματίες στο πεδίο και ουσιαστικό συντονισμό. Η κοινωνία ησυχάζει μέχρι το επόμενο σοκ.
Η πραγματικότητα είναι άβολη: η τιμωρία είναι αναγκαία αλλά ανεπαρκής. Χωρίς πρόληψη, ψυχική υποστήριξη και έγκαιρη αναγνώριση των παιδιών που δυσκολεύονται, η καταστολή λειτουργεί ως ψευδαίσθηση ελέγχου — μας δίνει την αίσθηση ότι «κάναμε κάτι», ενώ αφήνουμε τις αιτίες άθικτες.
Τι χρειάζεται πραγματικά: πρόληψη, όρια και ενήλικες που αντέχουν
Η πραγματικότητα της νεανικής παραβατικότητας δείχνει καθαρά ότι δεν χρειαζόμαστε περισσότερη ρητορική φόβου, αλλά περισσότερη ουσία. Όχι εύκολες λύσεις, ούτε παρεμβάσεις «μετά την καταστροφή». Αυτό που λείπει είναι ένα σταθερό, συνεπές πλαίσιο που να κρατά τα παιδιά πριν χαθούν.
Η πρόληψη δεν είναι αφηρημένη έννοια. Σημαίνει έγκαιρη παρουσία: σχολεία με ουσιαστική ψυχολογική υποστήριξη, δομές που μπορούν να εντοπίσουν το παιδί που αποσύρεται, θυμώνει ή δοκιμάζει όρια με επικίνδυνους τρόπους. Σημαίνει συνεργασία μεταξύ οικογένειας, σχολείου και υπηρεσιών ψυχικής υγείας — όχι αποσπασματικές κινήσεις, αλλά συνέχεια.
Τα όρια είναι εξίσου απαραίτητα με τη φροντίδα. Όχι τιμωρητικά ή αυθαίρετα, αλλά σαφή και προβλέψιμα. Τα παιδιά δεν νιώθουν ασφάλεια όταν «όλα επιτρέπονται», αλλά όταν γνωρίζουν μέχρι πού μπορούν να φτάσουν και τι ακολουθεί αν το ξεπεράσουν. Η απουσία ορίων δεν είναι ελευθερία· είναι εγκατάλειψη.
Το πιο κρίσιμο στοιχείο, όμως, είναι οι ενήλικες. Όχι οι «τέλειοι», αλλά οι παρόντες. Εκείνοι που αντέχουν τον θυμό χωρίς να τρομάζουν, που βάζουν όρια χωρίς να εξευτελίζουν, που δεν αποσύρονται μπροστά στη δυσκολία. Εκείνοι που δεν βλέπουν μόνο τη συμπεριφορά, αλλά αναρωτιούνται τι την γεννά.
Η κοινωνία συχνά ζητά από τα παιδιά ωριμότητα χωρίς να έχει προσφέρει ώριμα πρότυπα· αυτοέλεγχο χωρίς να έχει διδάξει ρύθμιση συναισθήματος· υπευθυνότητα χωρίς συνέπεια. Και όταν όλα καταρρεύσουν, ζητά παραδειγματική τιμωρία για να νιώσει ασφαλής.
Αν θέλουμε να μιλήσουμε ειλικρινά, πρέπει να το παραδεχτούμε:
Ό,τι αμελείται στην αγωγή των νέων, επιστρέφει ως πρόβλημα στην πόλη.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Brook, J. S., Brook, D. W., Zhang, C., Cohen, P., & Whiteman, M. (2002). Drug use and the risk of major depressive disorder, alcohol dependence, and substance use disorders. Archives of General Psychiatry, 59(11), 1039–1044. https://doi.org/10.1001/archpsyc.59.11.1039
Casey, B. J., Jones, R. M., & Hare, T. A. (2008). The adolescent brain. Annals of the New York Academy of Sciences, 1124, 111–126. https://doi.org/10.1196/annals.1440.010
Farrington, D. P. (2005). Childhood origins of antisocial behavior. Clinical Psychology & Psychotherapy, 12(3), 177–190. https://doi.org/10.1002/cpp.448
Moore, T. H. M., Zammit, S., Lingford-Hughes, A., Barnes, T. R. E., Jones, P. B., Burke, M., & Lewis, G. (2007). Cannabis use and risk of psychotic or affective mental health outcomes. The Lancet, 370(9584), 319–328. https://doi.org/10.1016/S0140-6736(07)61162-3
Steinberg, L. (2005). Cognitive and affective development in adolescence. Trends in Cognitive Sciences, 9(2), 69–74. https://doi.org/10.1016/j.tics.2004.12.005
Volkow, N. D., Baler, R. D., Compton, W. M., & Weiss, S. R. B. (2014). Adverse health effects of marijuana use. New England Journal of Medicine, 370(23), 2219–2227. https://doi.org/10.1056/NEJMra1402309




